ΝΑΥΜΑΧΙΕΣ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ
Οι ναυμαχίες πρωταγωνίστησαν πολλές φορές σε
κρίσιμες στιγμές της ιστορίας και η έκβασή τους καθόρισε τον ρου της. Παρακάτω
παρατίθενται αναλυτικά κάποιες από τις σημαντικότερες ναυμαχίες της αρχαιότητας
που χωρίς την έκβασή τους η ιστορία θα είχε πάρει διαφορετική τροπή.
·
Ναυμαχία
στη Σαλαμίνα
Το 480 π.Χ. , στον ελλαδικό χώρο έπεται να
γίνει μία από τις πιο σημαντικές μάχες της ανθρώπινης ιστορίας. Στα στενά της
Σαλαμίνας θα δοθεί μια «θρυλική» μάχη μεταξύ Ελλήνων και περσικών δυνάμεων η
οποία θα σηματοδοτήσει την αρχή του
τέλους της δεύτερης περσικής εισβολής στην Ελλάδα.
Προετοιμασία:
Μετά την πτώση των Θερμοπυλών, οι Πέρσες του
Ξέρξη προχώρησαν προς την Αθήνα, την οποία κατέλαβαν εύκολα, γιατί οι Αθηναίοι
την είχαν εγκαταλείψει.
Είχαν πάρει χρησμό από το μαντείο των
Δελφών, πως μόνο «τα ξύλινα τείχη» θα τους έσωζαν και τέτοια θεώρησαν τα
καράβια τους, στα οποία και κατέφυγαν.
Σχεδόν με την είσοδο των Περσών στην Αθήνα,
αγκυροβόλησε στον όρμο του Φαλήρου και ο περσικός στόλος, έχοντας παραπλεύσει
την Εύβοια και το Σούνιο.
Οι Αθηναίοι, αφού μετέφεραν τα γυναικόπαιδα
για περισσότερη ασφάλεια στην Αίγινα, μπήκαν στα καράβια τους και
προετοιμάστηκαν για την αναμέτρηση με τους Πέρσες.
Το πολεμικό συμβούλιο των Ελλήνων, που έγινε
στη Σαλαμίνα, υπήρξε θυελλώδες.
Ο Σπαρτιάτης Ευρυβιάδης πρότεινε να δοθεί η
ναυμαχία στον Ισθμό της Κορίνθου, με κυριότερο επιχείρημα ότι σε περίπτωση
αποτυχίας θα μπορούσαν να καταφύγουν στο εσωτερικό της Πελοποννήσου και να
συνεχίσουν από εκεί τον αγώνα. Μαζί του συντάχθηκαν και οι Κορίνθιοι.
Η
επιμονή του Θεμιστοκλή
Ο Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός
Θεμιστοκλής επέμενε να γίνει η ναυμαχία στη Σαλαμίνα και μαζί του συντάχθηκαν
οι Μεγαρείς και οι Αιγινήτες.
Πίστευε ότι εάν οι μικρές ελληνικές δυνάμεις
αγωνίζονταν σε ανοιχτή θάλασσα με τον τεράστιο σε όγκο περσικό στόλο δεν θα είχαν
καμία ελπίδα νίκης.
Αντιθέτως, πίστευε πως ήταν ιδανικό μέρος
για τη ναυμαχία το στενό της Σαλαμίνας, όπου τα πολυάριθμα περσικά πλοία δεν θα
μπορούσαν να αναπτυχθούν.
Κατά τη διάρκεια του συμβουλίου, η ένταση
ξεπέρασε τα όρια και μεταξύ των αρχηγών των Ελλήνων ανταλλάχτηκαν βαριές
εκφράσεις.
Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Κορίνθιος
στρατηγός Αδείμαντος ειρωνεύτηκε τον Θεμιστοκλή, λέγοντάς του ότι δεν έχει πια
πατρίδα, γιατί την Αθήνα την είχαν κυριεύσει οι Πέρσες.
Ο Θεμιστοκλής, όμως, του απάντησε περήφανα:
«εστίν ημίν πατρίς αι
διακόσιαι νήες πεπληρωμέναι» (η πατρίδα μου είναι τα 200 πλοία με το πλήρωμά
τους), γιατί από τα τριακόσια ελληνικά πλοία, τα διακόσια ήταν αθηναϊκά.
Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, σε μια στιγμή
έντασης, ο Σπαρτιάτης Ευρυβιάδης σήκωσε τη ράβδο του για να χτυπήσει τον
Θεμιστοκλή.
Το
τέχνασμα
Ο Ευρυβιάδης μπορεί να ήταν τυπικά ο αρχηγός
των ελληνικών δυνάμεων, αλλά ο Θεμιστοκλής ήταν ο ιθύνων νους της επιχείρησης.
Για να επιταχύνει τη ναυμαχία μεταχειρίσθηκε
το εξής τέχνασμα: Έστειλε κρυφά στους Πέρσες τον παιδαγωγό του Σίκινο να τους
πει ότι δήθεν οι Έλληνες ετοιμάζονται να φύγουν από τη Σαλαμίνα κι αν θέλουν να
τους νικήσουν να τρέξουν να τους προλάβουν.
Ό
Ξέρξης έπεσε στην παγίδα και διέταξε να κυκλώσουν τον ελληνικό στόλο και να
αποκλείσουν τη δίοδο υποχώρησής του προς τον Ισθμό της Κορίνθου.
Οι Πέρσες παρέταξαν γύρω στα 1.200 πολεμικά
πλοία -αν και νεώτερες πηγές τα υπολογίζουν από 600 έως 800- ενώ οι Έλληνες
περίπου 371 τριήρεις, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο.
Η
ναυμαχία
Την αυγή της 28ης ή 29ης Σεπτεμβρίου του 480
π.Χ. οι δύο στόλοι βρέθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλο, έτοιμοι για ναυμαχία.
Ο Ξέρξης, βέβαιος για τη νίκη του, καθόταν
σε χρυσό θρόνο πάνω στο όρος Αιγάλεω, για να απολαύσει το πολεμικό θέαμα.
Πρώτοι
όρμησαν οι Έλληνες, ψάλλοντες τον παιάνα:
«Ω παίδες Ελλήνων ίτε,
ελευθερούτε, πατρίδα, ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη,
θήκας τε προγόνων·νυν υπέρ πάντων αγών».
Άρχισε, τότε, ένας αγώνας άγριος, σκληρός
και φοβερός.
Τα
πολεμικά τραγούδια των Ελλήνων, οι σάλπιγγες, οι πολεμικές κραυγές, οι κρότοι
από τα έμβολα, οι φωτιές που πετούσαν στα περσικά πλοία αλλά προπάντων η
ναυτική τέχνη, η παλικαριά και η γενναιότητα των Αθηναίων και των Αιγινητών
κατατρόμαξαν τους Πέρσες και τους συμμάχους τους, Φοίνικες.
Μέχρι το μεσημέρι, η νίκη άρχισε να γέρνει
προς τη μεριά των Ελλήνων.
Η μάχη συνεχίστηκε όλη την ημέρα, ώσπου το
βράδυ η θάλασσα ήταν γεμάτη από ξύλα και περσικά κορμιά.
Οι Πέρσες είχαν νικηθεί.
Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης
αναφέρει ότι οι Πέρσες έχασαν 200 πλοία και οι Έλληνες 40.
Κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας, ο Αριστείδης
σε μια παράλληλη επιχείρηση αποβιβάστηκε στην Ψυττάλεια με ομάδα επίλεκτων
Αθηναίων οπλιτών και εξόντωσε την περσική φρουρά, που είχε αναπτυχθεί στη
νησίδα του Σαρωνικού.
Ταπεινωμένος ο Ξέρξης κατέφυγε με τα
υπολείμματα του στόλου του στον Ελλήσποντο.
Στην Ελλάδα παρέμεινε ο στρατηγός του
Μαρδόνιος με 300.000 άνδρες για τη συνέχιση του αγώνα.
Η περίλαμπρη νίκη των Ελλήνων οφείλεται εν
πολλοίς στο στρατηγικό δαιμόνιο του Θεμιστοκλή και στην ανώτερη ναυτική τέχνη
των Ελλήνων.
Σημασία
Η νίκη των Ελλήνων στη ναυμαχία της
Σαλαμίνας ήταν καθοριστική στην ανθρώπινη ιστορία. Χάρη σε αυτήν, ο ελλαδικός
χώρος κατάφερε να ανταπεξέλθει στην περσική εισβολή, προκαλώντας παράλληλα
πολλές υλικές ζημιές στους αντιπάλους. Η ήττα των Ελλήνων θα οδηγούσε σε πιθανή
εισβολή των Περσών στην Ελλάδα γεγονός που δε θα επέτρεπε στον δυτικό πολιτισμό
να έχει την πρόοδο και την ανάπτυξη που κατάφερε έως σήμερα.
·
Ναυμαχία στο Αρτεμίσιο
Η Ναυμαχία του Αρτεμισίου, που διεξήχθη
παράλληλα με τη μάχη των Θερμοπυλών (480 π.Χ.), είναι θαλάσσια σύγκρουση μεταξύ
Ελλήνων και Περσών, κατά τη δεύτερη περσική εισβολή.
Ο ελληνικός στόλος είχε πλεύσει στο
Αρτεμίσιο με σκοπό να προστατεύσει τον στρατό στις Θερμοπύλες μέσω θαλάσσης
χωρίς να διαλυθεί. Οι Πέρσες επίσης είχαν απλή στρατηγική: να ενισχύσουν τη
θέση τους στις Θερμοπύλες ή στο Αρτεμίσιο ή να υπερφαλαγγίσουν τους Έλληνες. Οι
Έλληνες είχαν διαλέξει το Αρτεμίσιο για να παρακολουθούν τέτοιες κινήσεις.
Όταν οι Πέρσες έφθασαν στις Θερμοπύλες ,
σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, είχαν πολύ μεγάλο στρατό και στόλο. Ωστόσο, αποφάσισαν
να μην επιτεθούν. Μια μέρα μετά, ο περσικός στόλος έφτασε κοντά στο Αρτεμίσιο,
αλλά λόγω καταιγίδας, κατέληξε σε ορεινή ακτή. Μέσα σε δύο μέρες, οι Πέρσες
έχασαν το ένα τρίτο των πλοίων τους (400 πλοία), ενώ το περσικό πεζικό συνέχιζε
να περιμένει τους Έλληνες να διασκορπιστούν στις Θερμοπύλες.
Μια μέρα μετά τη λήξη της καταιγίδας, ο
ελληνικός στόλος έπλευσε προς το Αρτεμίσιο, μετά από σπονδή προς τιμή του
Ποσειδώνα. Αργότερα, οι Πέρσες ξεκίνησαν την επίθεση κατά των Ελλήνων στις
Θερμοπύλες , ενώ παράλληλα, ο περσικός στόλος αγκυροβόλησε τα πλοία του
απέναντι από το Αρτεμίσιο. Οι Πέρσες είχαν τρεις φορές περισσότερα πλοία από
ότι οι Έλληνες, γι' αυτό και οι τελευταίοι σχεδίαζαν να αποσυρθούν. Οι άνδρες
από την Εύβοια δωροδόκησαν τον Θεμιστοκλή για να πείσει τους υπόλοιπους
στρατηγούς να μείνουν στο Αρτεμίσιο. Ο Θεμιστοκλής με τη σειρά του έδωσε στον
Ευριβιάδη πέντε τάλαντα και στον Αδείμαντο τρία αργυρά τάλαντα.
Εκείνη την ημέρα, ο Σκυλλίης Σκιωναίος,
δύτης και λιποτάκτης του περσικού στόλου, έφθασε στο ελληνικό στρατόπεδο. Ενημέρωσε
τους Έλληνες ότι οι Πέρσες έστειλαν διακόσια πλοία γύρω από την Εύβοια, με
σκοπό να εμποδίσουν την υποχώρηση των Ελλήνων. Από την πλευρά τους, οι Πέρσες
δεν ήθελαν να επιτεθούν στους Έλληνες, πειθόμενοι ότι οι τελευταίοι θα
υποχωρούσαν, γι' αυτό επιχείρησαν να τους παγιδεύσουν. Οι Έλληνες αποφάσισαν να
φύγουν κατά το σούρουπο, ώστε οι Πέρσες να μην μάθουν το σχέδιο τους.
Οι ελληνικές δυνάμεις φαίνεται να κατάλαβαν
ότι τους δινόταν η ευκαιρία να καταστρέψουν ένα μέρος του περσικού στόλου.
Σύμφωνα με σύγχρονους ιστορικούς, οι Έλληνες σκόπευαν να τους παγιδεύσουν, αφού
τα υπόλοιπα ελληνικά πλοία στην Αττική θα ακολουθούσαν τους Πέρσες, καθώς αυτοί
θα έμπαιναν στα Στενά της Εύβοιας από τα νότια, είτε θα παγίδευαν τους Πέρσες,
καθώς αυτοί θα περνούσαν από το Αρτεμίσιο, έχοντας σκοπό να φθάσουν στην
Άφυσσο. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ήθελαν να δείξουν ότι θα έμεναν στο
Αρτεμίσιο. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι θα ήταν καλή ευκαιρία για αυτούς να
αξιολογήσουν τον περσικό στόλο. Οι Έλληνες περίμεναν μέχρι αργά το απόγευμα,
για να μην εμπλακούν σε σοβαρή σύγκρουση και υποστούν βαριές απώλειες . Αυτό το
γεγονός σήμαινε την αρχή της ναυμαχίας.
Μάχη: Μέρα 1η
Όταν οι Πέρσες είδαν τους Έλληνες,
αποφάσισαν (αν και ήταν απόγευμα) να επιτεθούν , καθώς πίστευαν ότι θα πετύχουν
εύκολη νίκη. Έφθασαν γρήγορα στις γραμμές του ελληνικού στόλου, αλλά οι
Έλληνες, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, συνήγαγαν τις πρύμνες στο μέσο. Σε αυτή τη
σύγκρουση, οι Πέρσες έχασαν τριάντα πλοία, ενώ ο Αντίδωρος της Λήμνου
αυτομόλησε στους Έλληνες.
Εκείνη τη νύχτα, ξέσπασε ακόμα μια
καταιγίδα (από το Πήλιο) και οι νεκροί κατέληγαν στην Άφυσσο. Αυτή η καταιγίδα
είχε ως αποτέλεσμα να καταλήξουν οι Πέρσες στα Κοίλα Εύβοιας και πολλά πλοία
του περσικού στόλου να καταστραφούν.
Μέρα 2η
Τη δεύτερη μέρα (δεύτερη μέρα και της μάχης
των Θερμοπυλών), οι Πέρσες αποφάσισαν να μην επιτεθούν στους Έλληνες οι οποίοι
είχαν ενισχυθεί με άλλα 53 πλοία από την Αττική. Τότε, οι ελληνικές δυνάμεις
επιτέθηκαν στα πλοία από την Κιλικία, αλλά αυτά δεν καταστράφηκαν και έπλευσαν
πίσω στο Αρτεμίσιο.
Μέρα
3η
Την τρίτη μέρα, οι Πέρσες ήταν έτοιμοι να
επιτεθούν. Οι Έλληνες, από την πλευρά τους, προσπάθησαν να κλείσουν τα στενά.
Οι Πέρσες διαμόρφωσαν τα πλοία τους σε σχήμα κύκλου. Στη μάχη και οι δύο πλευρές
υπέστησαν σχεδόν ίσες απώλειες και πρακτικώς η ναυμαχία έληξε ισόπαλη.
Όταν
έληξε η μάχη, ο Θεμιστοκλής διέταξε τη σφαγή των προβάτων της Εύβοιας. Λίγο
αργότερα, ο Αβρώνιχος ο Λυσικλέος (από την Αθήνα), ενημέρωσε τους Έλληνες για
την πύρρειο νίκη των Περσών στις Θερμοπύλες. Τότε οι Έλληνες αποφάσισαν να
υποχωρήσουν. Πρώτοι έφυγαν οι Κορίνθιοι και ύστατοι οι Αθηναίοι.
Σημασία
Ο Πλούταρχος, στο έργο Θεμιστοκλής (μέρος
του Βίοι Παράλληλοι) γράφει ότι, αν και η ναυμαχία δεν άλλαξε σημαντικά την ροή
του πολέμου, ωφέλησε πολύ τους Έλληνες:
«Οι ναυμαχίες, που διεξήχθησαν τότε κατά του
βαρβαρικού στόλου στα στενά, δεν άσκησαν μεγάλη επιρροή στη γενική κατάσταση,
αλλά έδωσαν στους Έλληνες τη μέγιστη πείρα, επειδή από τους κινδύνους έμαθαν
ότι ούτε τα πλήθη των πλοίων, ούτε οι λαμπρότητες των επισήμων, ούτε οι
πομπώδεις κραυγές και οι παιάνες των βαρβάρων προκαλούν φόβο σε άνδρες, οι
οποίοι ξέρουν να μάχονται και είναι τολμηροί, αλλά πρέπει, καταφρονώντας όλα
αυτά, να ορμούν εναντίον των εχθρών και να τους αγωνίζονται.»
Η ναυμαχία στο Αρτεμίσιο αποτέλεσε την πρώτη
εμπειρία για τα ελληνικά πληρώματα, η οποία αποδείχθηκε αποφασιστική στη
ναυμαχία της Σαλαμίνας, καθώς οι Έλληνες είχαν μάθει τις τακτικές των Περσών.
·
Ναυμαχία των Αργινουσών
Παρασκήνιο
Σπάρτη
Το 406 π.Χ. , η θητεία του
Λυσάνδρου τελειώνει και στρατηγός εκλέγεται ο Καλλικρατίδας. Η στρατηγική του
Λυσάνδρου κατά τη διάρκεια του πολέμου δεν είχε θετική αντιμετώπιση, με
αποτέλεσμα ο Λύσανδρος να κρατήσει εκδικητική στάση απέναντι στους αντιπάλους
του και να επιστρέψει τα χρήματα των Περσών. Έτσι, ο Καλλικρατίδας μη θέλοντας
να ζητήσει λεφτά από τους Πέρσες συγκρότησε τον στόλο του με την βοήθεια όσων
νησιών του Αιγαίου και πόλεων ήταν
σύμμαχοι με τη Σπάρτη και κατάφερε το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς να διαθέτει
140 τριήρεις και έμπειρα πληρώματα με 28.000 έως 30.000 άνδρες.
Αθήνα
Παράλληλα, ύστερα από την ήττα των Αθηναίων
στο Νότιο της Ιωνίας υπήρξε μια περίοδος αναταραχών στην Αθήνα και τη θέση του Αλκιβιάδη (που είχε αυτοεξοριστεί)
παίρνει ο Κόνων ο οποίος θεώρησε σημαντική την αναδιοργάνωση του στόλου.
Ο Κόνων ναυλοχούσε στη Σάμο για να
αντιμετωπίζει τις σπαρτιατικές επιθέσεις σε νησιά και παράλια της Ιωνίας, αλλά
και με στόχο να προωθήσει με ασφάλεια κάποια στιγμή τις αθηναϊκές δυνάμεις στον
Εύξεινο Πόντο, το πέρασμα της βασικότερης πηγής του αθηναϊκού σιταριού. Οι
δυνάμεις του ήταν κατώτερες από του Καλλικρατίδα και ο δεύτερος ενεργούσε
γρήγορα και επιθετικά. Ωστόσο, ο Κόνων όφειλε να αντισταθεί, αφού διαφορετικά
αν ο Καλλικρατίδας αποκτούσε τον πλήρη έλεγχο, τότε θα παρεμβαλλόταν πια
ανενόχλητος στην πιο βασική θαλάσσια «αρτηρία» των Αθηναίων, δηλαδή στη γραμμή
ναυσιπλοΐας από όπου περνούσαν τα καράβια με σιτάρι από τον Πόντο και τη βόρειο
Μικρά Ασία (από εκεί κυρίως τροφοδοτούνταν η Αττική με σιτηρά).
Ο Κόνων πολιορκημένος
Όταν ο Κόνων βρέθηκε πολιορκημένος στη
Λέσβο, αμέσως οι Αθηναίοι αποφάσισαν να ναυπηγήσουν ισχυρό στόλο και μέσα στην
οικονομική δυσπραγία της πόλης τους, δεν βρήκαν άλλη λύση από το να λιώσουν το
χρυσό άγαλμα της Νίκης. Με αυτό ναυπήγησαν μάλλον 80-100 καράβια και μπόρεσαν
να εξασφαλίσουν την τροφοδοσία τους για το ταξίδι. Έπρεπε όμως να βρεθούν και
πληρώματα, όχι μόνον για αυτά τα πολεμικά, αλλά και για εκείνα που παρέμεναν
στη Σάμο αναξιοποίητα επειδή δεν υπήρχε στράτευμα να τα επανδρώσει. Οι Αθηναίοι
έπρεπε να βρουν από το πουθενά πάνω από 20.000 μάχιμους άνδρες. Αναγκαστικά
έδωσαν σε μία νύκτα το δικαίωμα του Αθηναίου πολίτη σε μέτοικους αλλά και δούλους,
ώστε αυτοί, όλοι τους μάχιμοι αλλά άπειροι στα ναυτικά άντρες, να έχουν κίνητρο
να εκστρατεύσουν. Διαφορετικά δεν θα είχαν κανένα λόγο να διακινδυνεύσουν τη
ζωή τους.
Επικεφαλή του στόλου αποφάσισαν να μην έχουν
έναν, αλλά οκτώ στρατηγούς: τον Θράσυλλο, τον Περικλή -γιο του Περικλή και της
Ασπασίας-, τον Διαμέδοντα, τον Λυσία, τον Αριστοκράτη, τον Πρωτόμαχο και τον
Αριστογένη. Μαζί τους έφυγε ξανά, αυτή τη φορά ως όγδοος στρατηγός, και ο
Ερασινίδης, που ήταν πρωτύτερα κυβερνήτης στον στόλο του Κόνωνα, όπως και ο
Θηραμένης με το Θρασύβουλο, ως κυβερνήτες ή τριηράρχες. Πήγαν από τη Σάμο για
να πάρουν μαζί όλο το στόλο και οι συνολικά 155 τριήρεις στη συνέχεια
κατευθύνθηκαν στα νησιά που λέγονταν Αργινούσες απέναντι από το ακρωτήριο Μαλέα
της Λέσβου.
Η
ναυμαχία
Ο Καλλικρατίδας σκέφτηκε να επιτεθεί νύχτα
στην αθηναϊκή δύναμη, αλλά ξέσπασε καταιγίδα και έτσι αναγκάστηκε να περιμένει
μέχρι το ξημέρωμα. Άφησε
περίπου 50 πλοία στο λιμάνι της Μυτιλήνης για να ελέγχει τις κινήσεις του
Κόνωνα που παρέμενε πολιορκημένος με τον στόλο του και ο ίδιος ξανοίχτηκε στη
ναυμαχία με 120 τριήρεις. Το πλήρωμα των σπαρτιατικών πλοίων ήταν για πρώτη
φορά ανώτερο των αθηναϊκών, μια που οι έμπειροι ναυτικοί υπηρετούσαν στον στόλο
του Κόνωνα. Οι οκτώ στρατηγοί έπρεπε να είχαν διδάξει την τέχνη της ναυσιπλοΐας
αλλά και του πολέμου σε χιλιάδες αμάθητους άνδρες –τους μετοίκους και τους
δούλους που είχαν ναυτολογηθεί αστραπιαία- μέσα στις λίγες εβδομάδες που είχε
διαρκέσει το ταξίδι τους.
Προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις
αντικειμενικά εμπειρότερες δυνάμεις των Σπαρτιατών, οι Αθηναίοι στρατηγοί
παρέταξαν τον στόλο τους σε διπλή γραμμή αντί για την παραδοσιακή μία, εκτός
από το κέντρο τους το οποίο άφησαν μονό. Με αυτή τη διπλή γραμμή οι Σπαρτιάτες
δεν θα μπορούσαν να εφαρμόσουν τον κλασικό ελιγμό ναυμαχίας που λεγόταν
διέκπλους. Επίσης, οι Αθηναίοι εφάρμοσαν ένα ακόμη πρωτότυπο σχέδιο. Καθώς
προχωρούσαν, ανοίγονταν, επεκτείνοντας την αριστερή πτέρυγά τους ολοένα και
περισσότερο για να υπερκεράσουν τη σπαρτιατική και σταδιακά να την κυκλώσουν ή
να την περιορίσουν έστω σε ημικύκλιο.
Οι κυβερνήτες των πλοίων του Καλλικρατίδα
κατάλαβαν τότε ότι υπήρχε κίνδυνος να ηττηθούν και του πρότειναν να μη
ναυμαχήσει αλλά εκείνος ήταν ανένδοτος. «Αν σκοτωθώ» είπε «η Σπάρτη δεν θα
πάθει τίποτα. Αν όμως φυγομαχήσω, θα είναι μεγάλη ντροπή για εκείνην». Διαίρεσε
τις δυνάμεις του στα δύο για να αποφύγει την περικύκλωση και εν μέσω της μάχης,
καθώς ήταν επικεφαλής της δεξιάς πτέρυγας του στόλου του, σκοτώθηκε. Τότε η
δεξιά πτέρυγα, παρότι είχε μεριμνήσει να υπάρχει διάδοχος σε περίπτωση που
σκοτωνόταν, αυτός δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί και η πλευρά αυτή κατέρρευσε. Το
άλλο κομμάτι του στόλου των Σπαρτιατών, στο οποίο ηγούνταν οι Θηβαίοι, το
αριστερό, συνέχισε τη ναυμαχία για αρκετή ώρα, αλλά δεν μπορούσε να
αντιμετωπίσει όλο τον αθηναϊκό στόλο μόνο του και ακολούθησε σε υποχώρηση τα
πλοία που είχαν εναπομείνει στη δεξιά πτέρυγα και που τώρα απομακρύνονταν. Οι
Σπαρτιάτες έχασαν συνολικά 70 πλοία και οι Αθηναίοι 25.
Μετά
τη νίκη
Μετά τη συντριπτική νίκη τους, οι Αθηναίοι
έπρεπε να διασώσουν 3.000 – 5.000 χιλιάδες ναυαγούς, να καταδιώξουν τον στόλο
του Καλλικρατίδα και να απελευθερώσουν τον Κόνωνα που ήταν παγιδευμένος στη
Μυτιλήνη από 40-50 σπαρτιατικές τριήρεις.
Για να αντιμετωπίσουν αυτές τις εξίσου
πιεστικές ανάγκες, αποφάσισαν να στείλουν τα 2/3 του στόλου τους στη Μυτιλήνη
και οι τριηραρχείς Θρασύβουλος και Θηραμένης να μείνουν εκεί με το 1/3 του
στρατού για να διασώσουν τους ναυαγούς ή να ανασύρουν τους νεκρούς.
Όλες οι ενέργειες όμως ουσιαστικά ακυρώθηκαν
από την σφοδρή καταιγίδα που ξέσπασε τότε.
Τα
2/3 του στόλου που είχαν ξεκινήσει για τη Μυτιλήνη, παρασύρθηκαν από τα κύματα
προς τα παράλια της Μικράς Ασίας και όταν ο καιρός τους επέτρεψε να ξεκινήσουν
για την Λέσβο, ο Κόνων ήδη ερχόταν προς το μέρος τους. Τους ενημέρωσε ότι ο
σπαρτιατικός στόλος είχε προλάβει να διαφύγει και ίσως κατευθυνόταν στη Χίο,
όπου ελλιμενιζόταν ο εναπομείνας στόλος του Καλλικρατίδα. Οι Αθηναίοι στρατηγοί
γυρίζοντας νότια έμαθαν πως η καταιγίδα δεν είχε αφήσει ούτε τον Θρασύβουλο
ούτε τον Θηραμένη να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους, να φροντίσουν δηλαδή
για τη διάσωση ανδρών. Οι τελευταίοι έφυγαν για την Αθήνα και όλοι οι άλλοι
πήγαν στη Σάμο για να συνεχίσουν την καταδίωξη του στόλου των Σπαρτιατών.
Η δίκη
των στρατηγών
Οι Αθηναίοι χάρηκαν τη νίκη μόλις την
πληροφορήθηκαν, αλλά το γεγονός ότι οι νικητές δεν περισυνέλεξαν τους ναυαγούς
και τους νεκρούς για να ταφούν στην πατρίδα τους, θεωρήθηκε εγκληματική
παράλειψη.
Αρχικά, ο λαός φάνηκε διαλλακτικός και όλα
έδειχναν ότι υπήρχαν ελπίδες η υπόθεση να τελείωνε εκεί, αφού μάλιστα οι
στρατηγοί ήταν νικητές, είχαν προσφέρει κάτι σπουδαίο στον τόπο και είχαν
ρισκάρει και οι ίδιοι τις ζωές τους στη ναυμαχία για το καλό των Αθηνών.
Κατά μία τραγική σύμπτωση όμως, μετά την
πρώτη ημέρα της δίκης, έτυχε ημερολογιακά μια λαϊκή εορτή, τα Απατούρια (λέξη
που σήμαινε κοινοί πατέρες), ένα τριήμερο εκδηλώσεων αφιερωμένο στην
οικογένεια, κατά την οποία τα αγόρια, κυρίως, απήγγειλαν ποιήματα και έπαιρναν
δώρα. Αυτή η ανθρώπινη γιορτή φόρτισε ξαφνικά και πάλι το κλίμα, γιατί η
ψυχολογική συντριβή ήταν πολύ μεγάλη για τους χιλιάδες πατεράδες και μητέρες
που δεν θα ξανάβλεπαν τα δικά τους αγόρια.
Πολλοί πολιτικοί εκμεταλλεύτηκαν το κλίμα
αυτό και την οχλοκρατία, με αποτέλεσμα οι στρατηγοί να θανατωθούν.
Η
απόρριψη της ειρήνης
Οι Σπαρτιάτες μετά την ήττα τους πρότειναν
στους Αθηναίους τη συνομολόγηση συνθήκης ειρήνης, να εγκαταλείψουν δηλαδή αυτοί
μεν την οχύρωση της Δεκέλειας, να δεχτούν οι Αθηναίοι να παραμείνει το στάτους
κυβερνήσεων στο Αιγαίο και την Ιωνία ως είχε διαμορφωθεί μέχρι εκείνη τη
στιγμή. Ο λόγος που πρότειναν ειρήνη ήταν πως ο στόλος τους στη Χίο ήταν σε
πολύ κακή κατάσταση, αλλά και οι Αγίδες βασιλείς ήταν υπέρ της ειρήνης εν
γένει. Επίσης, ήξεραν ότι με το θάνατο του Καλλικρατίδα θα αναδεικνυόταν ξανά
στην αρχή ο άνθρωπος που ήθελαν να παραγκωνίσουν, ο Λύσανδρος. Προς αυτή την
κατεύθυνση πίεζαν έντονα και όσα νησιά του Αιγαίου και πόλεις της Ιωνίας ήταν
σύμμαχοι των Πελοποννησίων. Ο Κλεοφών έπεισε την Εκκλησία του Δήμου ότι η Αθήνα
μπορούσε να κερδίσει πλήρως τον πόλεμο και να ανακτήσει θέση υπεροχής στο
Αιγαίο, οπότε ο δήμος απέρριψε την πρόταση της σπαρτιατικής πρεσβείας για
ειρήνευση.
Η Αθήνα έδειχνε ότι ήταν έτοιμη για πόλεμο
μέχρι τέλους. Ο λαός πείσθηκε και παρότι μάλιστα υπήρχε νόμος να μην ορίζεται
για δεύτερη χρονιά ο ίδιος ναύαρχος, οι Σπαρτιάτες παρέκαμψαν το πρόβλημα και
έδωσαν στον Λύσανδρο πλήρεις εξουσίες, αποφασίζοντας να μη φέρει τον τίτλο αλλά
να είναι απόλυτος ηγέτης του στόλου. Ο Λύσανδρος δημιούργησε και συντήρησε με
περσικά χρήματα έναν εντυπωσιακό στόλο που ενάμισι χρόνο αργότερα θα προκαλούσε
την ολική απώλεια του στόλου των Αθηναίων στους Αιγός Ποταμούς στον Ελλήσποντο και η Αθήνα θα αναγκαζόταν να παραδοθεί και να γκρεμίσει
πλέον τα τείχη της.
·
Ναυμαχία στους Αιγός Ποταμούς
Το 405 π.Χ. , ο Λύσανδρος καταλαμβάνει τη
Λάμψακο με σκοπό να κλείσει το πέρασμα του Ελλησπόντου από όπου εφοδιαζόταν η
Αθήνα και να ξαναπάρει με το μέρος του τις πόλεις που είχαν αποστατήσει από
τους Λακεδαιμονίους.
Οι Αθηναίοι τον ακολουθούν με 180 πλοία και
στρατοπεδεύουν στους Αιγός Ποταμούς.
Το επόμενο πρωί, ο Λύσανδρος δίνει διαταγή
στα πληρώματα του να επιβιβαστούν έτοιμα για ναυμαχία, χωρίς, όμως, να κουνηθεί
κανένα από τη θέση του, ούτε να ανοιχτεί.
Με την ανατολή του ήλιου, οι Αθηναίοι παρατάσσονται
έτοιμοι για τη μάχη. Ο Λύσανδρος δε βγήκε να τους απαντήσει κι έτσι επέστρεψαν
στους Αιγός Ποταμούς.
Τότε, ο Σπαρτιάτης στρατηγός στέλνει τα
γρηγορότερα καράβια του να τους ακολουθήσουν, να παρατηρήσουν τις κινήσεις τους
και να του αναφέρουν. Εν τω μεταξύ, δεν επέτρεψε να βγουν τα πληρώματα από τα
πλοία, μέχρι αυτά να επιστρέψουν.
Τέσσερις μέρες ακολούθησε αυτή την τακτική
και επί τέσσερις μέρες οι Αθηναίοι έβγαζαν τον στόλο τους στο πέλαγο.
Ο Αλκιβιάδης έβλεπε πόσο μακριά από την πόλη
είχαν στρατοπεδεύσει οι Αθηναίοι και πόσα χιλιόμετρα έπρεπε να διανύουν
καθημερινά για τον ανεφοδιασμό τους (15 στάδια) αφήνοντας τα καράβια τους
εκτεθειμένα σε αντίθεση με τον Λύσανδρο. Τους συμβούλεψε να στρατοπεδεύσουν στη
Σηστό από όπου θα είχαν και λιμάνι και πόλη. Οι στρατηγοί τον έδιωξαν, μη
θέλοντας να εμπλακεί, λέγοντάς του ότι δεν είναι πλέον υπεύθυνος για τη
διοίκηση κι έτσι εκείνος έφυγε.
Την Πέμπτη μέρα, ο Λύσανδρος ακολούθησε την
ίδια τακτική και διέταξε αυτούς που ακολουθούσαν τους Αθηναίους να σηκώσουν
ψηλά μια ασπίδα στα μισά της διαδρομής.
Όταν οι διαταγές του εκτελέστηκαν, έδωσε
παράγγελμα να ξεκινήσει ο στόλος με τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα.
Ο Κόνων είδε τον εχθρό να πλησιάζει, αλλά
πλέον ήταν πολύ αργά και ο ίδιος ήταν ο μόνος που κατάφερε να σώσει εννιά από
τα πλοία. Το μεγαλύτερο μέρος του στρατού αιχμαλωτίστηκε στη στεριά. Ο Λύσανδρος
κατάφερε να νικήσει τους Αθηναίους χωρίς καν να ναυμαχήσει!
Οι Πελοποννήσιοι αποφάσισαν τον θάνατο όλων
των αιχμαλώτων (εκτός από τον Αδείμαντο).
Συνέπειες
Ο
ανεφοδιασμός της Αθήνας διακόπηκε, ο στόλος της καταστράφηκε, με αποτέλεσμα οι απελπισμένοι
κάτοικοι να δεχτούν τους ταπεινωτικούς
όρους των Λακεδαιμονίων που οδήγησαν στην κατεδάφιση των Μακρών Τειχών και στην
υποταγή της Αθήνας
·
Ναυμαχία
του Ακτίου
Η Ναυμαχία του Ακτίου (2 Σεπτεμβρίου 31
π.Χ.) ήταν ναυτική αναμέτρηση ανάμεσα στον Οκταβιανό από τη μια πλευρά και τον
Μάρκο Αντώνιο και το ναυτικό της Κλεοπάτρας από την άλλη, που έγινε στο Άκτιο,
λίγο έξω από τη σημερινή πόλη της Πρέβεζας. Η ναυμαχία ήταν συνέπεια του
εμφύλιου πόλεμου ανάμεσα στον Γάιο Οκτάβιο και τον Μάρκο Αντώνιο, που
διεκδικούσαν, μετά τη δολοφονία του Καίσαρα, την εξουσία στο απέραντο κράτος
της Ρώμης. Τελείωσε με την ήττα του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας και τη διαφυγή
τους.
Η σημαντικότερη ημερομηνία για τη Ρωμαϊκή
Αυτοκρατορία, ιδίως για τους Λατίνους ιστορικούς, είναι η 2 Σεπτεμβρίου του 31
π.Χ., η ημέρα πού έγινε η Ναυμαχία του Ακτίου, που έκρινε την τύχη της ανώτατης ηγεσίας του ρωμαϊκού Κράτους.
Αντίπαλοι ήταν από τη μία πλευρά ο Γάιος
Οκτάβιος, μετέπειτα Αυτοκράτωρ Αύγουστος, ή Οκταβιανός και από την άλλη ο
Μάρκος Αντώνιος, γαμπρός του Οκταβιανού (είχε παντρευτεί την Οκταβία, αδελφή
του Οκταβιανού) και η Βασίλισσα της Αιγύπτου Κλεοπάτρα Ζ'.
Ο Γάιος Οκτάβιος έπεισε τη Σύγκλητο να
επιτεθεί στον Μάρκo Αντώνιο, με την κατηγορία ότι σύνηψε ερωτική σχέση και
συμμαχία με την Κλεοπάτρα και ότι σκόπευε να παραδώσει στους Αιγύπτιους Ρωμαϊκή
γη.
Ναυμαχία
Η αλήθεια είναι ότι επιθυμία του Μάρκου
Αντώνιου ήταν να γίνει μάχη επί ξηράς και όχι ναυμαχία. Εξάλλου όλες οι
προετοιμασίες εκατέρωθεν αποσκοπούσαν σε μάχη επί ξηράς. Όμως υπήρξε διαμάχη
ανάμεσα στο επιτελείο του Μάρκου Αντώνιου και τους επιτελείς Αιγύπτιους
στρατηγούς της Κλεοπάτρας σχετικά με το θέμα, και τελικά αποφασίσθηκε η
αναμέτρηση στη θάλασσα.
Η ναυμαχία άργησε να ξεκινήσει λόγω άπνοιας.
Η σύγκρουση έγινε στο κέντρο της παράταξης, έξω από το Στενό της Πρέβεζας,
απέναντι και λίγο βόρεια του Αεροδρομίου του Ακτίου. Τα μικρά και ευέλικτα
πλοία (λιβυρνίδες) του Αγρίππα
(στρατηγός του Γαΐου) άρχισαν να εμβολίζουν το ένα μετά το άλλο τα δυσκίνητα
πλοία του Μάρκου Αντώνιου.
Πρόσφατες τοπικές έρευνες του Αμερικανού
αρχαιολόγου εναλίων αρχαιοτήτων William Murray, έδειξαν ότι σαφώς
χρησιμοποιήθηκαν και ναυτικοί καταπέλτες που εκτόξευαν λίθινες σφαίρες
διαμέτρου περίπου 20-30 εκατοστών. Κάποιες από αυτές έχουν φωτογραφηθεί στο
βυθό, όπως και ένα πιθανό τμήμα πλοίου.
Κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας τα
εμβολιζόμενα πλοία παραδίνονταν στην πυρά, ή αιχμαλωτίζονταν.
Ενώ η ναυμαχία του Ακτίου εξελισσόταν, το
μεγαλύτερο τμήμα του επίγειου στρατού του Μάρκου Αντώνιου αυτομόλησε και
παραδόθηκε στον Αγρίππα. Η Κλεοπάτρα, παρατηρώντας αμέτοχη τις εξελίξεις,
πανικοβλήθηκε και αποχώρησε από το χώρο της ναυμαχίας, ξεφεύγοντας μέσα από ένα
άνοιγμα των αντιπάλων πλοίων, αφήνοντας αβοήθητο και τραυματισμένο τον Αντώνιο.
Επικράτησε πανικός και τελικά ο Μάρκος Αντώνιος διέφυγε με τα απομεινάρια του
στόλου του, ακολουθώντας την Κλεοπάτρα.
Οι
απώλειες της ναυμαχίας κατά τον Πλούταρχο φαίνεται να ήταν πενήντα πλοία του
Αντώνιου και 5.000 άνδρες νεκροί (αρκετοί από τους οποίους πνίγηκαν). Πολλά
πλοία αιχμαλωτίστηκαν από τον Αγρίππα αλλά και αρκετά παραδόθηκαν στην πυρά,
αφού τους αφαιρέθηκαν τα χάλκινα έμβολα.
Ο Οκταβιανός είχε νικήσει και κατέστη
κυρίαρχος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Μετά
τη ναυμαχία
Η Κλεοπάτρα διέφυγε με το στόλο της μέσα από
ένα κενό της διάταξης των εχθρικών πλοίων, έφτασε στην Αλεξάνδρεια και
ενημέρωσε ψευδώς το λαό της ότι νίκησαν στη ναυμαχία. Ο Μάρκος Αντώνιος
επέστρεψε από το Άκτιο στην Αίγυπτο τραυματισμένος ελαφρά, με ένα τμήμα του
στρατού του (το υπόλοιπο είχε αυτομολήσει). Μετά από ένα διάστημα μηνών, ο
Αύγουστος αποβιβάστηκε σε άλλη περιοχή της Αιγύπτου και όδευσε προς την
Αλεξάνδρεια.
Κατά μία άποψη ο Αντώνιος βγήκε στην έρημο
και «κτυπήθηκε» ανεπιτυχώς με τον Οκταβιανό. Άλλη άποψη λέει ότι ο στρατός του
παραδόθηκε ή αυτομόλησε στον Οκταβιανό. Ο Μάρκος Αντώνιος τραυματίστηκε βαριά
και επέστρεψε στα ανάκτορα της Κλεοπάτρας μεταφερόμενος σε άρμα. Κατά μία
εκδοχή πέθανε σε λίγες ώρες από αιμορραγία ενώ κατ' άλλη εκδοχή λέγεται ότι
αυτοκτόνησε με το ξίφος του μαθαίνοντας πως η Κλεοπάτρα είχε πεθάνει.
Σύμφωνα με έναν αυτόπτη μάρτυρα, τον
Ολύμπιο, μεταφέρθηκε κοντά σε εκείνη και πέθανε στα χέρια της.
Η Κλεοπάτρα φυγάδευσε τον 17χρονο γιό της
Καισαρίωνα έγκαιρα, αλλά τελικά το παιδί συνελήφθη και εκτελέστηκε μαζί με το
δάσκαλό του, με εντολή του Οκταβιανού. Λέγεται ότι δίνοντας την εντολή ο
Οκταβιανός είπε «Υπερβολικά πολλοί Καίσαρες». Ο Οκταβιανός εισέβαλε στην
Αλεξάνδρεια και άρχισε διαπραγματεύσεις με την Κλεοπάτρα.
Κάποια στιγμή «συμφώνησαν» να οδηγηθεί η
Κλεοπάτρα στη Ρώμη και να δηλώσει υποταγή στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αλλά να
παραμείνει στον Αιγυπτιακό θρόνο ο γιος της Καισαρίων, πράγμα πού δεν
αποδέχθηκε ο Οκταβιανός. Έτσι, η Κλεοπάτρα, υπό το πρόσχημα προετοιμασίας
Αιγυπτιακής κηδείας για τον Αντώνιο, στις 12 Αυγούστου 30 π.Χ., κλείσθηκε σε
ένα χώρο του ανακτόρου της και κατά την παράδοση, αυτοκτόνησε με τσίμπημα
κόμπρας στο στήθος. Το ίδιο έκαναν και οι δύο πιστές της υπηρέτριες. Κατά μια
άλλη άποψη η αυτοκτονία έγινε με κάποιο δηλητήριο.
Οι Ρωμαίοι έσπασαν την πόρτα με πολιορκητικό
κριό και βλέποντας το πτώμα της Κλεοπάτρας, ο Αύγουστος είπε «Νίκησες
Κλεοπάτρα». Στα άλλα τρία παιδιά του Αντώνιου δόθηκε χάρη από τον Οκταβιανό και
μεταφέρθηκαν στη Ρώμη όπου τα μεγάλωσε η Οκταβία, αδερφή του Οκταβιανού και
χήρα πλέον του Αντώνιου.
Βιβλιογραφία:










