Αντώνης Καμπεράι Α’1 Ναυμαχίες Στην Αρχαία Ελλάδα


Ναυμαχίες Στην Αρχαία Ελλάδα
                                             Αντώνης Καμπεράι  Α’1


  Είναι κοινός τόπος ότι ο πόλεμος κατέχει κεντρική θέση στη ζωή των αρχαίων κοινωνιών. Εφόσον ο πόλεμος είχε μια τόσο κεντρική θέση στις οργανωμένες αρχαίες κοινωνίες, ήταν φυσικό να υπάρξει τρομερά έντονη εστίαση στον τομέα αυτό. Για κοινωνίες που αποτέλεσαν σπουδαίες δυνάμεις, όπως η Αθήνα και άλλες ‘Ελληνικές περιοχές’(Πελοπόννησος, Μακεδονία και Ήπειρος) ο πόλεμος δεν θα μπορούσε να είναι μια ανεξέλεγκτη εκδήλωση τυφλής βίας, όπως ίσως συνέβαινε σε πρωτόγονες κοινωνίες.
   Η αρχαία Ελλάδα ήταν τόπος οπού διεξάγονταν ασταμάτητα χερσαίοι πόλεμοι, επίσης στην ιστορία της αρχαίας Ελλάδας δεν έχουν γραφτεί μόνο οι χερσαίοι πόλεμοι αλλά και άλλο ένα πάρα πολύ σημαντικό κομμάτι των αρχαίων πολέμων. 
   Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν ικανότατοι στις ναυμαχίες! Είχαν τρομερή γνώση πάνω σε αυτό το είδος πολέμου και γενικά σε οτιδήποτε αφορά την θάλασσα, αφού κύριο μέσον μεταφοράς των εμπορευμάτων ήταν τα πλοία. Με τα πλοία τους διέσχιζαν ολόκληρη την μεσόγειο και έφθαναν από δύση στην ανατολή και από τον βορρά έως τον νότο.  Από πάντα ήταν σχετικοί με την θάλασσα, για αυτόν τον λόγο ήταν φοβεροί στις  ναυμαχίες.
   Σημαντικές ναυμαχίες στην Αρχαία Ελλάδα :
1)       Η Ναυμαχία του Αρτεμισίου, που διεξήχθη παράλληλα με τη μάχη των Θερμοπυλών, είναι θαλάσσια σύγκρουση μεταξύ Ελλήνων και Περσών, κατά τη δεύτερη περσική εισβολή.
Οι Πέρσες ξεκίνησαν, υπό την ηγεσία του Ξέρξη Α', εισβολή στην Ελλάδα, με στόχο να αποκαταστήσουν το γόητρο τους μετά την ήττα από τους Αθηναίους στον Μαραθώνα, το 490 π.Χ. Ο Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός Θεμιστοκλής πρότεινε στους Έλληνες να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες στους στενούς χώρους των Θερμοπυλών και του Αρτεμισίου.
Ο περσικός στόλος είχε χάσει περίπου τετρακόσια πλοία λόγω θύελλας στη Μαγνησία, ενώ αργότερα έχασε άλλα διακόσια πλοία στην Εύβοια, τα οποία έστειλε για να παγιδεύσει τους Έλληνες. Μετά από δύο μέρες μικροσυγκρούσεων, ξεκίνησε η κύρια μάχη, που έληξε για τους αντιπάλους με ίσες απώλειες. Οι Έλληνες, όμως, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν στη Σαλαμίνα, όταν έμαθαν το αποτέλεσμα της μάχης των Θερμοπυλών.
Στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, ωστόσο, οι Έλληνες πέτυχαν αποφασιστική νίκη, λόγω του ότι κατάφεραν να παρασύρουν τους Πέρσες στα στενά. Μετά την ήττα στη Σαλαμίνα, ο Ξέρξης, με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του, υποχώρησε στην Ασία, αναθέτοντας στον Μαρδόνιο την υποδούλωση της Ελλάδος. Αλλά, οι Έλληνες πέτυχαν αποφασιστικές νίκες στις Πλαταιές και στη Μυκάλη, αναγκάζοντας τους Πέρσες να υποχωρήσουν ολοκληρωτικά.
2) Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας (αρχαία ελληνικάΝαυμαχία τῆς Σαλαμῖνος) διεξήχθη στις 22 Σεπτεμβρίου[2][3] του 480 π.Χ, στα Στενά της Σαλαμίνας (στον Σαρωνικό Κόλπο, κοντά στην Αθήνα) μεταξύ της συμμαχίας των ελληνικών πόλεων-κρατών και της Περσικής Αυτοκρατορίας. Η ναυμαχία της Σαλαμίνας αποτέλεσε την σημαντικότερη σύγκρουση και την αρχή του τέλους της δεύτερης περσικής εισβολής στην Ελλάδα, η οποία ξεκίνησε το 480 π.Χ.
Αρχικά, οι Έλληνες σχεδίαζαν να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες στις Θερμοπύλες και στο Αρτεμίσιο (ξηρά και θάλασσα αντίστοιχα). Στη μάχη των Θερμοπυλών, οι Πέρσες εξολόθρευσαν τις περιορισμένες Ελληνικές δυνάμεις που είχαν παραταχθεί στο ομώνυμο στενό, χάρη στην προδοσία του Εφιάλτη. Στο Αρτεμίσιο, ο συμμαχικός στόλος έχασε περίπου τα μισά πλοία του, ενώ ο περσικός στόλος έχασε το 1/4 των πλοίων του. Μόλις οι Σύμμαχοι πληροφορήθηκαν για την καταστροφή στις Θερμοπύλες αποφάσισαν να υποχωρήσουν. Αυτό επέτρεψε στους Πέρσες να καταλάβουν τη Βοιωτία και την Αττική.
Οι Πελοποννήσιοι ήθελαν να σταματήσουν τον περσικό στόλο στον Ισθμό της Κορίνθου.[4] Παρ' όλ' αυτά, ο Αθηναίος στρατηγός και πολιτικός Θεμιστοκλής έπεισε τους Έλληνες να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες στη Σαλαμίνα, ελπίζοντας ότι μια νίκη θα εμπόδιζε τους Πέρσες να εισβάλουν στην Πελοπόννησο. Ο Θεμιστοκλής ανάγκασε τον Ξέρξη να επιτεθεί στα Στενά της Σαλαμίνας, όπου η αριθμητική υπεροχή των Περσών ήταν άχρηστη και προβληματική. Ο βασιλιάς Ξέρξης, βέβαιος για τη νίκη, ανέβηκε σε μία πλαγιά του βουνού Αιγάλεω για να παρακολουθήσει τη ναυμαχία. Στη ναυμαχία, ο ελληνικός στόλος πέτυχε μια σημαντική νίκη, αφού κατέστρεψε 300 περσικά πλοία.
Μετά τη ναυμαχία, ο Ξέρξης, μαζί με ένα μεγάλο μέρος του στρατού, επέστρεψε στην Ασία, ενώ για την υποταγή της Ελλάδος παρέμεινε ο Μαρδόνιος με τον υπόλοιπο περσικό στρατό. Αλλά το 479 π.Χ. οι Πέρσες υπέστησαν σοβαρή ήττα στις Πλαταιές και στη Μυκάλη και σταμάτησαν τις επιθέσεις τους στην ηπειρωτική Ελλάδα. Λίγο αργότερα, οι Έλληνες πέρασαν στην αντεπίθεση. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, αν οι Πέρσες νικούσαν στη Σαλαμίνα, θα είχε σταματήσει η ανάπτυξη της Ελλάδος, και κατά συνέπεια ο δυτικός πολιτισμός δεν θα ήταν αυτό που είναι σήμερα. Γι' αυτό, η ναυμαχία της Σαλαμίνας θεωρείται από τις πιο σημαντικές μάχες στην ανθρώπινη ιστορία.[5][6][7]

3) Η Ναυμαχία στις Αργινούσες (νησιά στα παράλια της Μικράς Ασίας απέναντι από τη Λέσβο)[1] έγινε το 406 π.Χ. κατά τα τέλη του Πελοποννησιακού Πολέμου μεταξύ οκτώ Αθηναίων στρατηγών που ηγούνταν 155 τριήρεων και του Σπαρτιάτη Καλλικρατίδα που ηγείτο 120.
Η ναυμαχία έληξε με νίκη των Αθηναϊκών δυνάμεων και το αποτέλεσμα προκάλεσε πρόταση συνθηκολόγησης από τη Σπάρτη, απορρίφθηκε όμως από την Αθήνα ως ασύμφορη, αφού προϋπόθετε να παραμείνουν στην πελοποννησιακή συμμαχία πολλά νησιά του Αιγαίου και πόλεις της Ιωνίας που είχαν στο μεταξύ αλλάξει στρατόπεδο. Επιπλέον, η νίκη αμαυρώθηκε από την εκτέλεση των νικητών Αθηναίων στρατηγών, οι οποίοι καταδικάστηκαν σε θάνατο επειδή δεν μπόρεσαν μετά να διασώσουν τους ναυαγούς και δεν περισυνέλεξαν τις σορούς 5.000 συμπολεμιστών τους.

4) Η ναυμαχία στους Αιγός Ποταμούς μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών τον Σεπτέμβριο του 405 π.Χ. στον Ελλήσποντο ή Δαρδανέλλια ήταν εκείνη που, με τη συντριπτική ήττα των πρώτων, σήμανε το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου.
Οι δύο στόλοι συναντήθηκαν στον Ελλήσποντο ή Δαρδανέλλια. Οι Αθηναίοι προκάλεσαν τους Σπαρτιάτες να ναυμαχήσουν, όμως ο αρχηγός των Σπαρτιατών Λύσανδρος δεν ενέδωσε στην πρόκληση ούτε τήν πρώτη φορά ούτε τη δεύτερη. Οι Αθηναίοι κάποια στιγμή αποβιβάστηκαν στη δυτική ακτή των Δαρδανελλίων, στη θέση "Αιγός Ποταμοί" για να προμηθευτούν τα απαραίτητα τρόφιμα. Τότε ο Λύσανδρος βρήκε την ευκαιρία και επιτέθηκε αιφνίδια στην απέναντι ακτή του στενού και συνέλαβε όλα τα αφύλακτα πλοία στην ξηρά, χωρίς να δώσει καν ναυμαχία! Μάλιστα παρότι ο Κόνωνας, ο οποίος ήταν ο αρχηγός του αθηναϊκού στόλου, είδε την κίνηση των Σπαρτιατών και σήμανε να επιβιβαστούν όλοι οι Αθηναίοι στα καράβια, ήταν πια πολύ αργά. Κατάφεραν να ξεφύγουν μόνο εννιά από τα πλοία των Αθηναίων, υπό την ηγεσία του Κόνωνα, ενώ όλα τα υπόλοιπα καταλήφθηκαν.
Το Βυζάντιο και η Χαλκηδόνα μετά το αποτέλεσμα αυτό, προσχώρησαν στους Σπαρτιάτες. Αν και, για την ακρίβεια, δεν συνέβη πραγματική ναυμαχία, δηλαδή θαλάσσια σύγκρουση, αλλά κατάληψη των πλοίων στη στεριά, χάθηκε σχεδόν όλος ο στόλος της Αθήνας, καθώς έπεσε στα χέρια της Σπάρτης, και οι περισσότεροι σύμμαχοι της Αθήνας την εγκατέλειψαν. Ως αποτέλεσμα, ο Λύσανδρος κατευθύνθηκε με 200 πλοία στην Αθήνα και την πολιόρκησε. Έχοντας χάσει τον έλεγχο της θάλασσας και πολιορκημένη από στεριά και θάλασσα, τον Μάρτιο του 404 π.Χ. η Αθήνα αναγκάστηκε να παραδοθεί.
5) Η Ναυμαχία του Ακτίου (2 Σεπτεμβρίου 31 π.Χ.) ήταν ναυτική αναμέτρηση ανάμεσα στον Οκταβιανό από τη μια πλευρά και τον Μάρκο Αντώνιο και το ναυτικό της Κλεοπάτρας από την άλλη, που έγινε στο Άκτιο, λίγο έξω από τη σημερινή πόλη της Πρέβεζας. Η ναυμαχία ήταν συνέπεια του εμφύλιου πόλεμου ανάμεσα στον Γάιο Οκτάβιο και τον Μάρκο Αντώνιο, που διεκδικούσαν, μετά τη δολοφονία του Καίσαρα, την εξουσία στο απέραντο κράτος της Ρώμης. Τελείωσε με την ήττα του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας και τη διαφυγή τους.
Η σημαντικότερη ημερομηνία για τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ιδίως για τους Λατίνους ιστορικούς, είναι η 2 Σεπτεμβρίου του 31 π.Χ., η ημέρα πού έγινε η Ναυμαχία του Ακτίου που έκρινε την τύχη της ανώτατης ηγεσίας του ρωμαϊκού Κράτους.
Η ναυμαχία άργησε να ξεκινήσει λόγω άπνοιας. Φαίνεται να ξεκίνησε στις 12.00 το μεσημέρι της 2ας Σεπτεμβρίου 31 π.Χ. με βορειοδυτικό άνεμο και συνεχίστηκε μέχρι αργά το απόγευμα. Η σύγκρουση έγινε στο κέντρο της παράταξης, έξω από το Στενό της Πρέβεζας, απέναντι και λίγο βόρεια του Αεροδρομίου του Ακτίου. Τα μικρά και ευέλικτα πλοία του Αγρίππα (λατινικά liburnae και Ελληνικά λιβυρνίδες) άρχισαν να εμβολίζουν το ένα μετά το άλλο τα δυσκίνητα πλοία του Μάρκου Αντώνιου. Πρόσφατες τοπικές έρευνες του Αμερικανού αρχαιολόγου εναλίων αρχαιοτήτων William Murray έδειξαν ότι σαφώς χρησιμοποιήθηκαν και ναυτικοί καταπέλτες που εκτοξεύουν λίθινες σφαίρες διαμέτρου περίπου 20-30 εκατοστών. Κάποιες από αυτές έχουν φωτογραφηθεί στο βυθό, όπως και ένα πιθανό τμήμα πλοίου.
Κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας τα εμβολιζόμενα πλοία παρεδίδοντο στην πυρά, πυρπολούμενα, ή αιχμαλωτίζονταν. Ενώ η ναυμαχία του Ακτίου εξελίσσονταν, το μεγαλύτερο τμήμα του επίγειου στρατού του Μάρκου Αντώνιου αυτομόλησε και παραδόθηκε στον Αγρίππα. Η Κλεοπάτρα, παρατηρώντας αμέτοχη τις εξελίξεις, πανικοβλήθηκε και αποχώρησε από το χώρο της ναυμαχίας, ξεφεύγοντας μέσα από ένα άνοιγμα των αντιπάλων πλοίων, αφήνοντας αβοήθητο και τραυματισμένο τον Αντώνιο. Επικράτησε πανικός και τελικά ο Μάρκος Αντώνιος διέφυγε με τα απομεινάρια του στόλου του, ακολουθώντας την Κλεοπάτρα.
Τελικά μετά από τέσσερα χρόνια, το 27 π.Χ., ο Οκταβιανός ανακηρύχθηκε στη Ρώμη πρώτος Princeps της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και υιοθέτησε τον τίτλο Augustus (Αύγουστος). Σε ανάμνηση της νίκης του έχτισε στο Άκτιο μεγαλύτερο και μεγαλοπρεπέστερο Ναό του Ακτίου Απόλλωνα, και καθιέρωσε να γίνονται κάθε πέντε χρόνια (από το έτος 28 π. Χ.) τα Άκτια, αγώνες με την ίδια επισημότητα που είχαν τα Ολύμπια, τα Ίσθμια, τα Πύθια και τα Νέμεα. Οργάνωσε επίσης και αγώνες στο ιερό της Λιμνάτιδος Αρτέμιδος που βρισκόταν στα όρια Μεσσηνίας και Λακωνίας προς τιμήν των Σπαρτιατών, οι οποίοι πολέμησαν στο πλευρό του. Οι αγώνες αυτοί συνεχίστηκαν κατά τα Ρωμαϊκά χρόνια.

Πλοία της εποχής που χρησιμοποιήθηκαν από τους αρχαίους Έλληνες :
Από την εποχή του Ομήρου και του Τρωικού Πολέμου κυρίαρχοι τύποι πλοίων στην Μεσόγειο Θάλασσα ήταν οι Τριακόντοροι και οι
Πεντηκόντοροι.
1. ΤΡΙΑΝΤΑΚΟΝΤΟΡΟΙ
Η τριακόντορος ήταν ένα στενόμακρο πολεμικό πλοίο,το οποίο είχε συνολικά τριάντα κωπηλάτες. Τριακόντορος ήταν και το πλοίο του Θησέα.
2. ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΟΡΟΙ
Λίγο πριν το τέλος του 13ου αι. π.Χ. oι τολμηρότεροι Έλληνες θαλασσοπόροι αποπειρώνται ναυτικές εξερευνήσεις μακρινών τόπων.
Την ανάμνηση των θαλάσσιων περιπετειών διαφυλάσσει ο μύθος της Αργοναυτικής Εκστρατείας. Η μυθική Αργώ είχε περίπου πενήντα αργοναύτες.Ήταν λοιπόν Πεντηκόντορος.
Το πλοίο του Οδυσσέα είχε πενήντα κουπιά, και ήταν επίσης πεντηκόντορος με μήκος περίπου 38μ. Ξεκινώντας από την Τροία ο Οδυσσέας είχε στην διάθεσή του 12 καράβια, μέσα στα οποία επέβαιναν οι οι συμπολεμιστές του. Στο «Αγγείο των Σειρήνων» στο Βρετανικό Μουσείο το σκάφος πάνω στο αγγείο…μοιάζει εκπληκτικά με το αρχαιότερο «άθικτο» ναυάγιο που βρέθηκε στο βυθό της Μαύρης Θάλασσας το οποίο είναι Ελληνικό και ηλικίας άνω των 2.400 ετών.
Κυρίως με πεντηκοντόρους οι Αρχαίοι Έλληνες δημιουργούν τον 8ο-6ο αι. π.Χ. αποικίες σε όλη την Μεσόγειο και τον Εύξεινο Πόντο.
Η Πεντηκόντορος του Πυθέα του Μασσαλιώτη διέπλευσε το Γιβραλτάρ και ακολουθώντας τις Ιβηρικές και Γαλλικές ακτές, διέσχισε την ανατολική
πλευρά της Βρετανίας. Ο Πυθέας συνέχισε προς βορρά, έφθασε εκεί όπου
άρχιζε ο παγωµένος Ωκεανός (πιθανόν στην Ισλανδία) και είδε τον ήλιο που δεν έδυε ποτέ.
3. ΔΙΗΡΕΙΣ
Κατά τον 9ο π.Χ. αιώνα, στις ακτές της Ιωνίας, εμφανίστηκαν οι διήρεις, πλοία με δυο σειρές κουπιών. Οι περίφημες διήρεις που είχαν κατασκευαστεί στην Σάμο από τον τύραννο Πολυκράτη ονομάζονταν Σάμαινες.
Η διήρης είχε δύο σειρές κουπιών σε κάθε πλευρά, και υπήρξε πρόδρομος της τριήρους και ο ενδιάμεσος κρίκος εξέλιξης από την πεντηκόντορο. Η διήρης είχε το διπλάσιο μήκος σε σύγκριση με την τριακόντορο, ένα μεγάλο τετράγωνο ιστίο και έμβολο.
4. ΤΡΙΗΡΕΙΣ
Στο τέλος του 8ου αιώνα π.Χ., κατασκευάστηκε η Τριήρης με τρεις σειρές κουπιών. Είχε μήκος έως 43 μέτρα, και 180 κωπηλάτες. Το αρχαίο αυτό πλοίο , πλήρως επανδρωμένο, μπορούσε να πλεύσει σε πρωτοφανή, για τα δεδομένα της εποχής ταχύτητα ! Το ιδιαίτερο σχήμα του επέτρεπε στο πλοίο να ταξιδεύει με ταχύτητα 6 έως 12 κόμβους την ώρα. Σχεδιαστικά το πλοίο ήταν μακρύ σε μήκος και λεπτό σε πλάτος, με διαστάσεις 37 Χ 5,5μ. Το πλοίο ήταν ιδιαίτερα ελαφρύ επειδή ήταν φτιαγμένο από έλατο. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, η τριήρης κατασκευάστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα από τον Κορίνθιο ναυπηγό Αμεινοκλή, το 700 π.Χ.
Δεν βρέθηκε ποτέ ναυάγιο από το κυρίαρχο πολεμικό πλοίο της αρχαιότητας !Αυτό συνέβη επειδή λόγω της ελαφράς κατασκευής της, η τριήρης μπορεί να διαλυθεί, αλλά δεν βυθίζεται. Αν και οι πρώτοι που ναυπήγησαν τριήρεις ήταν οι Κορίνθιοι, εντούτοις, ήταν οι Αθηναίοι εκείνοι που έφθασαν στο αποκορύφωμα της ναυπηγικής τους τέχνης, σε συνδυασμό με την αισθητική, ώστε να θεωρούνται οι αθηναϊκές τριήρεις ως οι πιο όμορφες.
Ως σκάφος κυριάρχησε στην Μεσόγειο από τον 7ο ως τον 4ο αιώνα π.Χ. Οι τριήρεις έπαιξαν ζωτικό ρόλο κατά τους Περσικούς Πολέμους. Στην Ναυµαχία της Σαλαµίνας ο Ελληνικός στόλος με 300 τριήρεις και 7 πεντηκόντηρους νίκησε τον Περσικό ,το 480 π.Χ.
5. ΠΟΛΥΗΡΕΙΣ ( ΠΕΝΤΗΡΕΙΣ, ΕΞΗΡΕΙΣ )
Οι Συρακούσιοι επινόησαν ακόμα μεγαλύτερα πλοία, τις πεντήρεις. Η Αθηναική Τριήρης νικήθηκε από τις πιο ισχυρές Μακεδονικές Πεντήρεις. Η καταστροφή της Αθηναϊκής ναυτικής ισχύος ολοκληρώθηκε με την ναυμαχία της Αμοργού το 322 π.Χ.
Την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου και των Διαδόχων και ιδιαίτερα κατά την ελληνιστική περίοδο, μεγαλύτερα και βαρύτερα σκάφη έκαναν την εμφάνισή τους στα ελληνικά ύδατα. Η εφεύρεση της Πεντήρους υπήρξε το καθοριστικό βήμα για την ναυπηγική εξέλιξη πλοίων τεραστίου για την εποχή μεγέθους και εκτοπίσματος.
ΠΗΓΗ FOCUS Direct


Πηγές :